90 χρόνια από την Οκτωβριανή Επανάσταση
2007-10-01
in
Όταν κατέρρευσε η ΕΣΣΔ, η διεθνής αστική τάξη έψαλλε το ρέκβιεμ του κομμουνισμού. Ο επικήδειος λόγος χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει ότι η αποτυχία της δήθεν κομμουνιστικής Σοβιετικής Ένωσης αποδεικνύει ότι, εκτός απ’τον καπιταλισμό, καμία άλλη μορφή κοινωνικής οργάνωσης δεν μπορεί να υπάρξει. Ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και διανομής είναι η μόνη δυνατή μορφή οικονομικής ύπαρξης. Οτιδήποτε άλλο δεν είναι στην καλύτερη περίπτωση παρά ουτοπία, ή στη χειρότερη (στο λεγόμενο «υπαρκτό σοσιαλισμό») δεν επέφερε παρά τη φτώχια και την καταπίεση ακόμα και για τους ίδιους τους προλετάριους.
Η εμπειρία του Μπολσεβίκικου Οκτώβρη
Στην πραγματικότητα, αυτό που απέτυχε, ήταν η σταλινική αντεπανάσταση που κατέστρεψε την οκτωβριανή επανάσταση. Ο σταλινισμός παρουσίασε καταχρηστικά την οικοδόμηση του κρατικού καπιταλισμού σαν σοσιαλισμό και άνοιξε μια εποχή ιδεολογικής σύγχυσης για εκατομμύρια προλετάριους. Τραγική συνέπεια αυτού ήταν η σημαντικότερη ήττα που σημάδεψε ποτέ το εργατικό κίνημα.
Ωστόσο, τα 90 χρόνια που μας χωρίζουν απ’αυτό το πρώτο και μοναδικό παράδειγμα προλεταριακής επανάστασης δεν πέρασαν μάταια. Εάν μπορεί να υπάρξει ένα επαναστατικό μέλλον, οι κομμουνιστές του σήμερα έχουν την υποχρέωση να αποκομίσουν μαθήματα απ’τα πολυάριθμα γεγονότα αυτής της εμπειρίας.
Το πρώτο πράγμα που μας δίδαξε η Οκτωβριανή Επανάσταση είναι ότι η εργατική τάξη στο σύνολό της είναι ικανή να αλλάξει την ιστορία. Ενάντια σε έναν αιώνα κυνισμού όσον αφορά την ικανότητα της εργατικής τάξης, οι ρώσοι εργάτες ανακάλυψαν τη μορφή με την οποία μπορούσε να καθοδηγηθεί μια μαζική κοινωνία. Τα Σοβιέτ ξεπρόβαλλαν απ’την μαζική τους πάλη ενάντια στη εκμετάλλευση το 1905, σαν πρακτική λύση για τον συντονισμό των διαφόρων απεργιακών επιτροπών. Το 1917, τα σοβιέτ (τα εργατικά συμβούλια) ξαναδημιουργήθηκαν και απέδειξαν ότι αποτελούσαν τον οργανισμό που αντιπροσώπευε άμεσα την εργατική τάξη ενάντια στην αστική τάξη. «Ο στάβλος του αστικού κοινοβουλευτισμού» (Λένιν) είναι η δημοκρατία γι’αυτούς που κατέχουν τα μέσα. Οι αντιπρόσωποι εκλέγονται με εντολή πολλών ετών και μπορούν να αγνοήσουν τις διεκδικήσεις των εκλογέων τους ενώ γλύφουν τα πλούσια συμφέροντα του κεφαλαίου. Αυτός είναι ο δρόμος που οδήγησε στη διαφθορά της σοσιαλδημοκρατίας στη Γερμανία πριν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σοβιέτ, όπως και η Παρισινή Κομμούνα του 1971, ήταν ένα όργανο εκτελεστικό και ταυτόχρονα όργανο σύσκεψης. Τα μέλη του δεν ήταν εκπρόσωποι αλλά εκλεγμένοι αντιπρόσωποι των εκλογέων τους και μπορούσαν να ανακληθούν κάθε στιγμή εάν δεν σέβονταν την εντολή τους. Εν ολίγοις, οι εργάτες της Ρωσίας έδωσαν στον κόσμο την πολιτική μορφή που θα έπρεπε να είναι η βάση της αταξικής κοινωνίας «των ελεύθερα ενωμένων παραγωγών» (Μαρξ). Τα σοβιέτ χάθηκαν στο μέτρο που οι επαναστάτες εργάτες πέθαναν κατά τη διάρκεια του πολέμου ενάντια στον παγκόσμιο ιμπεριαλισμό.
Το δεύτερο μάθημα είναι ότι η επανάσταση είναι ένα εξαιρετικό γεγονός, το οποίο για να υπάρξει απαιτεί εξαιρετικές συνθήκες όπως αυτές που υπήρχαν στη Ρωσία το 1917.
Η αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση που καθορίζει το κίνημα των πλατιών μαζών των εργατών-όπως και στη ρωσική εμπειρία- οφείλεται ουσιαστικά στις οικονομικές συνθήκες, στην εμβάθυνση της κρίσης του καπιταλισμού. Δεν υπάρχει πράξη θέλησης, ούτε θεϊκή έμπνευση ούτε και καμία άλλη καθοριστική δύναμη που να μπορεί να αντικαταστήσει τις υλικές συνθήκες. Να τι συνέβη στη Ρωσία. Η οικονομική κρίση είχε καταλήξει στην πρώτη ιμπεριαλιστική σύγκρουση, στις φυσικές καταστροφές του πολέμου και σε μια ολόκληρη λιμοκτονούσα κοινωνία, να τι εξηγεί το κίνημα εκατομμυρίων αγροτών και προλεταρίων ενάντια στον πόλεμο και την μετωπική επίθεση ενάντια σ’εκείνους που ήταν υπεύθυνοι γι’αυτόν. Όπως υπογράμμισε ο Λένιν, ο παγκόσμιος πόλεμος έγινε η κινητήρια δύναμη, ο μεγάλος επιταχυντής που ώθησε τις ρωσικές μάζες στην σκηνή της ιστορίας, στην πρώτη πράξη αυτού που θα έπρεπε να είχε γίνει μια έκρηξη ταξικής πάλης σε διεθνή κλίμακα.
Όμως οι αναγκαίες συνθήκες καθ’αυτές δεν είναι αρκετές. Οι καταστροφικές οικονομικές κρίσεις με τους συνακόλουθους πολέμους σπρώχνουν τις μάζες στη δράση όμως δεν αρκούν για να καθορίσουν μια επαναστατική κατάσταση. Η παρουσία ενός επαναστατικού κόμματος που να ξέρει να συνδέει τον αυθορμητισμό των μαζών στο επαναστατικό πρόγραμμα, είναι αναγκαία. Όταν το προλεταριάτο αποφασίζει να δράσει (στη Ρωσία υπήρχαν επίσης και εκατομμύρια αγροτών), το κάνει φέροντας οικονομίστικα, ρεφορμιστικά αιτήματα. Μπορεί να κινητοποιηθεί ενστικτωδώς ενάντια στον πόλεμο και τις συνέπειές του που το σπρώχνουν στην πείνα, μπορεί να τραβηχτεί απ’την προοπτική της κοινωνικής αλλαγής, μπορεί ακόμα και να καταστρέψει ένα καθεστώς, όμως έχει επίσης ανάγκη κι από ένα πολιτικό πρόγραμμα βασισμένο στις θεωρητικές κατακτήσεις της ίδιας του της ιστορικής εμπειρίας. Ο φορέας αυτού του ταξικού προγράμματος είναι το πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου. Είναι εντελώς εσφαλμένο να πιστεύει κανείς ότι η πάλη για διεκδικήσεις, ο αγώνας ενάντια στα αποτελέσματα της οικονομικής κρίσης ή η άρνηση της συνέχισης του πολέμου μπορούν από μόνα τους να υψώσουν το πολιτικό επίπεδο των μαζών ως το επαναστατικό πολιτικό πρόγραμμα. Μάλλον το αντίθετο είναι σωστό. Εάν οι μάζες δεν έχουν δημιουργήσει την πρωτοπορία τους-το επαναστατικό κόμμα- όταν μπουν σε κίνηση, ακόμα και η πιο αποφασιστική εξέγερση ή επανάσταση είναι καταδικασμένη στην ήττα. Μόνο στη Ρωσία πραγματοποιήθηκε η σύνθεση μεταξύ των αντικειμενικών συνθηκών-που οδήγησαν τους προλετάριους και τους φτωχούς αγρότες στο να εξεγερθούν- και των υποκειμενικών συνθηκών-που αντιπροσωπεύονταν από τις ίδιες τις μάζες και απ’την δραστήρια παρουσία του μπολσεβίκικου κόμματος που καθοδήγησε πολιτικά το κίνημα- χωρίς τις οποίες καμιά προλεταριακή επανάσταση δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί πλήρως. Εάν λείπει ο ένας απ’αυτούς τους δύο παράγοντες, τότε δεν υπάρχει προοπτική επιτυχούς έκβασης για την επανάσταση. Εάν λείπουν οι αναγκαίες συνθήκες, εάν λείπει το κόμμα, όλα δείχνουν ότι τα αποτελέσματα της ταξικής πάλης θα είναι αρνητικά. Οι νέες γενιές κομμουνιστών δεν μπορούν οπωσδήποτε να απορρίψουν αυτό το μάθημα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Εάν το κάνουν, κινδυνεύουν να προσανατολιστούν προς τις ιδεαλιστικές θεωρίες που κάνουν προμετωπίδα τους τον αυθορμητισμό, τον εργατισμό και τον αντί-κομματισμό.
Ο προλεταριακός διεθνισμός
Το τρίτο μάθημα απ’την εμπειρία της ρώσικης επανάστασης είναι ότι η επανάσταση είναι διεθνής ή είναι καταδικασμένη στην ήττα, κλεισμένη στο εσωτερικό των εθνικών συνόρων μέσα στα οποία γεννήθηκε. Ολόκληρη η στρατηγική του Μπολσεβίκικου Κόμματος, του Λένιν και της Τρίτης Διεθνούς-πριν τη στροφή της σε αντεπαναστατικές θέσεις που βασίζονταν στη θεωρία του σοσιαλισμού σε μία μόνη χώρα- στηρίχθηκε στην αναγκαιότητα της ύπαρξης και άλλων επαναστατικών εκρήξεων διεθνώς, ή πιο συγκεκριμένα, στο ότι ο περιορισμός σε μια μόνο χώρα της ρώσικης επανάστασης θα προμήνυε την ήττα της. Για την επαναστατική Ρωσία, η πολιτική απομόνωση στην οποία είχε καταδικαστεί απ’την έλλειψη επαναστάσεων στη δυτική Ευρώπη σήμαινε ότι η οικονομική της υπανάπτυξη και η οικονομική και πολιτική περικύκλωση απ’τις καπιταλιστικές χώρες που θεωρούσαν ότι ο μπολσεβικισμός ήταν ο εχθρός που έπρεπε να χτυπηθεί με κάθε τίμημα και με όλα τα μέσα, θα ήταν γι’αυτήν μοιραίες. Ένας απ’τους καθοριστικούς λόγους για την τραγωδία της Οκτωβριανής Επανάστασης είναι ότι ο ένας απ’τους δυο παράγοντες που έπρεπε να δώσει μια διεθνή διάσταση στο επαναστατικό προτσές που επιχειρήθηκε στη Ρωσία, ήταν εντελώς ανίσχυρος. Το πρώτο στοιχείο-η αναγκαία όμως ανεπαρκής προϋπόθεση της οικονομικής κρίσης και του ιμπεριαλιστικού πολέμου- υπήρχε σε μια τρομακτική και άνευ προηγουμένου κλίμακα και είχε διαπεράσει όλες τις χώρες της Ευρώπης και πέρα απ’αυτήν. Οι προλεταριακές μάζες βρίσκονταν επίσης σε αναταραχή, ιδιαίτερα στη Γερμανία και την Ιταλία, όμως το δεύτερο στοιχείο, η συγκεκριμένη παρουσία κομμουνιστικών κομμάτων δεν εκδηλώθηκε εγκαίρως. Βέβαια, είχαν σχηματιστεί κομμουνιστικά κόμματα, όμως είχαν μείνει πίσω απ’την εξέλιξη των γεγονότων. Καθυστερώντας την ρήξη του ομφάλιου λώρου που τα συνέδεε με τα ρεφορμιστικά κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς μέχρι την πτώση της προλεταριακής πάλης, τα μελλοντικά επαναστατικά κόμματα απουσίασαν απ’το ραντεβού με την ιστορία, και κατά συνέπεια, το μπολσεβίκικο εγχείρημα βρέθηκε απομονωμένο και βυθισμένο μέσα σε μια σειρά άλυτων προβλημάτων στο εσωτερικό του εθνικού του πλαισίου.
Έτσι, η αποτυχία της ρώσικης επανάστασης, σαν αποτέλεσμα της αποτυχίας των άλλων επαναστατικών εμπειριών, ολοκληρώθηκε απ’την πρώτη δεκαετία της ύπαρξης της και όχι αργότερα, όπως επιμένουν οι σταλινικοί, οι κλασσικοί τροτσκιστές και οι μαοϊκοί όλων των αποχρώσεων.
Τα γεγονότα που συνέβησαν έπειτα: Η πιο βίαιη πολιτική αντίδραση, οι σταλινικές εκκαθαρίσεις στο εσωτερικό του ίδιου του Μπολσεβίκικου Κόμματος, η φυσική εξάλειψη κάθε αριστερής αντιπολίτευσης, οι οικονομικές επιθέσεις ενάντια στο προλεταριάτο που είχε εκπληρώσει την επανάσταση, ήταν οι οικονομικές και πολιτικές συνέπειες αυτής της ήττας. Και απ’αυτήν την ήττα προέρχεται η οικοδόμηση ενός κρατικού καπιταλισμού που το σταλινικό καθεστώς έκανε να περάσει σαν σοσιαλισμός, ένας εκφυλισμός που τα κομμουνιστικά κόμματα της Τρίτης Διεθνούς συνέχισαν να ενσταλάζουν στις προλεταριακές μάζες του πλανήτη.
Η επαναστατική επιλογή είναι ο μόνος δρόμος προς την επαναστατική χειραφέτηση
Το τέταρτο αναντίρρητο μάθημα που απορρέει πλατιά απ’την εμπειρία του Μπολσεβίκικου Οκτώβρη είναι ότι για να χειραφετηθεί από τη μισθωτή σκλαβιά, το διεθνές προλεταριάτο δεν διαθέτει παρά μόνο μία επαναστατική λύση. Δεν υπάρχουν σύντομοι δρόμοι, και πολύ περισσότερο δεν υπάρχουν εναλλακτικοί δρόμοι και ημίμετρα. Κάθε άλλη επιλογή είναι καταδικασμένη στην αποτυχία. Μια άλλη τακτική μέθοδος όχι μόνο θα κατέληγε στο να εξασθενίσει την πάλη των τάξεων, αλλά θα υποβάθμιζε επίσης και το πολιτικό της περιεχόμενο, προβάλλοντας στόχους που δεν είναι δικοί της, είτε σαν λύση ασήμαντων προβλημάτων ή ακόμα χειρότερα, σαν τελικό στρατηγικό στόχο. Η ιστορία πάρα πολύ συχνά μας έδειξε πως η εγκατάλειψη του επαναστατικού δρόμου, προς όφελος συμμαχιών με τμήματα της αστικής τάξης και για στόχους άλλους απ’τη δικτατορία του προλεταριάτου, οδήγησε σε αιματηρές και τραγικές ήττες οι οποίες στοίχισαν ακριβά στις μετέπειτα προσπάθειες για την αναζωπύρωση της ταξικής πάλης.
Το μαζικό κίνημα, μαζί με την αναγκαία παρουσία του επαναστατικού κόμματος και την συνείδηση της πολιτικής στρατηγικής, πρέπει να προχωρήσουν μαζί προς το στόχο του επαναστατικού δρόμου. Κάθε άλλη επιλογή δεν χρησιμεύει σε τίποτα άλλο παρά στο να προφυλάσσει την υπάρχουσα τάξη οδηγώντας από πολιτική ήττα σε πολιτική ήττα. Αυτό προϋποθέτει ότι το σημείο αφετηρίας είναι η πάλη ενάντια σε κάθε αστική τάξη, ενάντια σε όλες τις μορφές εκδηλώσεων του ιμπεριαλισμού, είτε είναι εθνικές είτε είναι διεθνείς. Αυτό σημαίνει επίσης απόρριψη όλων των εκφράσεων οικονομικού και πολιτικού εθνικισμού, είτε είναι κοσμικές [1] είτε είναι θρησκευτικές και φονταμενταλιστικές (οι οποίες εμφανίζονται συχνά με τα χρώματα ενός ψευτοαντί-ιμπεριαλισμού) και συνεπώς θεώρηση της προλεταριακής επανάστασης ως μόνου οργάνου πάλης ενάντια στον καπιταλισμό, ενάντια στην εκμετάλλευση και την κοινωνική βαρβαρότητα.
Ενώ τον καιρό του Λένιν, οι αντιφάσεις του τρόπου παραγωγής και διανομής του κοινωνικού πλούτου είχαν για πρώτη φορά δημιουργήσει τις προϋπόθεσης μιας σοβαρής διεθνούς κρίσης η οποία υπήρξε προοίμιο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο σημερινός καπιταλισμός αναπτύχθηκε με τέτοιο τρόπο που η όξυνση των αντιφάσεών του γέννησε, τα τελευταία χρόνια, πραγματικά τερατώδεις κοινωνίες στις οποίες, παρά μια πιο μεγάλη ικανότητα παραγωγής, έχει εγκαθιδρυθεί ένα πολιτικό καθεστώς προοδευτικού φτωχέματος και διαρκούς αστάθειας.
Αντιμέτωπος με τα όλο και λιγότερο υψηλά ποσοστά κέρδους, ο διεθνής καπιταλισμός αύξησε τις επιθέσεις ενάντια στην εργατική τάξη. Το έκανε και συνεχίζει να το κάνει σε όλα τα μέτωπα, τόσο ενάντια στους μισθούς όσο και ενάντια στα κοινωνικά προγράμματα. Το αποτέλεσμα είναι μια μειωμένη αγοραστική δύναμη για το προλεταριάτο, περιορισμένες υπηρεσίες υγείας, επιμήκυνση του χρόνου εργασίας και μείωση των συντάξεων. Οι μεγαλύτεροι δουλεύουν περισσότερο ενώ οι πιο νέοι δυσκολεύονται να βρουν μια δουλειά. Οι δουλειές είναι όλο και πιο επισφαλείς, περιστασιακές και κακοπληρωμένες: Έξι μήνες δουλειάς, έξι μήνες ανεργίας με όλες τις κοινωνικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Και εδώ δεν μιλάμε για το Μπαγκλαντές ή το Μπενίν, αλλά για ιστορικές μητροπόλεις του καπιταλισμού όπως η Ευρώπη και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Στις χώρες της «περιφέρειας»-όμως όχι μόνο σ’αυτές τις ακραίες περιπτώσεις- η λεηλασία των φυσικών πόρων συνεχίζεται και εντείνεται όπως και η βίαιη απαλλοτρίωση εκατομμυρίων φτωχών αγροτών, στην πλειοψηφία τους καταδικασμένοι σε μια άθλια ζωή και οι οποίοι παλεύουν για την απλή επιβίωση, ενώ οι «τυχεροί» που βρίσκουν δουλειά στα εργοστάσια που κάποιοι χαρακτηρίζουν «οικονομικό θαύμα», ξαναζούν το δράμα των «μαντσεστεριανών» [2] συνθηκών, του 19ου αιώνα. Αυτή είναι επίσης η βάση του ανταγωνισμού που μαίνεται στο εσωτερικό της εργατικής δύναμης σε παγκόσμιο επίπεδο, επιφέροντας μειώσεις μισθών και όχι μόνο, για τους λιγότερο ειδικευμένους. Επιπλέον, ολόκληρος ο πλανήτης απειλείται απ’τον εφιάλτη της οικολογικής καταστροφής, ένα άμεσο προϊόν του τρόπου παραγωγής του οποίου μόνος λόγος ύπαρξης είναι το κέρδος.
Στον αποκλειστικά οικονομικό τομέα, το κεφάλαιο ρίχνεται σε όλο και πιο επικίνδυνους κερδοσκοπικούς ελιγμούς στην αγωνιώδη του αναζήτηση υπερκερδών, κάτι που πρέπει συνεχώς να κάνει προσπαθώντας να επιβιώσει απ’τις ίδιες του τις αντιφάσεις. Και όταν σκάσει η κερδοσκοπική φούσκα, εξαλείφοντας δισεκατομμύρια δολάρια πλασματικού κεφαλαίου σε διάστημα μερικών ορών, προσπαθούν να πληρώσουν τα έξοδα απ’τους μικροκαταθέτες, όπως ένας απατεώνας που πουλάει τα χρηματιστικά του προϊόντα σαν σίγουρες επενδύσεις, ενώ δεν πρόκειται παρά για τη χειρότερη σαβούρα. Η κερδοσκοπία και ο παρασιτισμός είναι τα χαρακτηριστικά αυτού του ασφυκτικού καπιταλισμού. Όσο περισσότερο οξύνονται οι αντιφάσεις, τόσο περισσότερο επιθετικός γίνεται. Δεν υπάρχει ούτε μία αγορά, απ’την εμπορική μέχρι τη χρηματιστική, απ’την εμπορική μέχρι το εμπόριο πρώτων υλών που να μην διαταράσσεται απ’τον βίαιο ανταγωνισμό που, πολύ συχνά μετατρέπεται σε πολεμικές πράξεις που παίρνουν πραγματικά τη μορφή μιας ένοπλης λεηλασίας.
Παρασιτισμός, κερδοσκοπία, οικονομικές και χρηματιστικές κρίσεις, περισσότερη εκμετάλλευση και λιγότερη ασφάλεια γι’αυτούς που δουλεύουν, λιγότερη ασφάλεια γι’αυτούς που ψάχνουν για δουλειά, μια κατάσταση διαρκούς πολέμου και δημιουργία νέων στρωμάτων φτώχειας: Να το παρόν και το μέλλον του καπιταλισμού. Απ’την εποχή του Λένιν, οι νόμοι του κεφαλαίου αναπτύχθηκαν μέχρι σήμερα όπου οι αντιφάσεις του διευρύνθηκαν τρομερά. Γι’αυτό το λόγο η εμπειρία της Οκτωβριανής Επανάστασης-παρά την ήττα της- παραμένει ο βασικός δρόμος πάνω στον οποίο θα πρέπει να βαδίσει η μελλοντική επανάσταση.
Διεθνές Γραφείο για το Επαναστατικό Κόμμα, Οκτώβρης 2007[1] Με τον όρο «κοσμικές» εννοούμε εκείνες τις εκφράσεις εθνικισμού, στις μουσουλμανικές κυρίως χώρες, που δεν έχουν ως βασική και αποκλειστική τους αναφορά τη θρησκεία.
[2] Η αναφορά παραπέμπει στις πολύ σκληρές συνθήκες εργασίας που επικρατούσαν στο Μάντσεστερ, βιομηχανικό κέντρο της Αγγλίας κατά τον 19ο αιώνα.
